Ο Κωνσταντινος Τσεντουρος στο «Και για πες…» με την Ελενα Χατζοπουλου

Στο διήγημα «Το ημερολόγιο ενός τρελού» του 1835, ο Nikolai Gogol, με τον τυπικά ρωσικό τρόπο γραφής, όπου η σάτιρα, η φάρσα και η τραγωδία μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζονται ξεχωριστές επικεφαλίδες, περιγράφει την περιδίνηση της ζωής του Aksenti Ivanovich Poprishchina. Το αταίριαστο, το γκροτέσκο, η λογική και το παράλογο, συνυπάρχουν σε έναν δραματικό μονόλογο. Μέσα από τη δαιδαλώδη πολυπλοκότητα του μυαλού του και μέσα από την αναπτυσσόμενη τρέλα του, ο Aksenti δημιουργεί τη δική του εσωτερική λογική, μέσα σε μια ελλειμματική κοινωνία, που βρίθει από ταξικές ανισότητες.

Σήμερα και για 5η χρονιά, παρουσιάζεται «Κάτι απ’ το ημερολόγιο ενός…», στο Θέατρο Λύχνος, σε διασκευή, ερμηνεία και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Τσεντούρου.

Με ένα εξαιρετικά εκφραστικό πρόσωπο, που ουσιαστικά γίνεται η οθόνη στην οποία εκτυλίσσεται το ψυχόδραμα του Gogol, η υποκριτική δεινότητα του Κωνσταντίνου Τσεντούρου καθηλώνει τον θεατή. Ενώ ο συντονισμός, με τους μουσικούς αυτοσχεδιασμούς του Βασίλη Τσεντούρου -ο οποίος, υπογράφει τη μουσική και βρίσκεται διαρκώς και υποστηρικτικά επί σκηνής-, ομοιάζει με μια άψογα εκτελεσμένη χορογραφία.

Ο Κωνσταντίνος Τσεντούρος διδάσκει στη Σχολή Υποκριτικής ‘Ελντα Πανοπούλου, μεθόδους υποκριτικής πάνω σε μονόλογο και αυτοσχεδιασμό.

Είχα τη χαρά να συνομιλήσω μαζί του, μετά το πέρας αυτής της εκπληκτικής παράστασης.

«Το ημερολόγιο ενός…»;

Ενός τρελού; Μπορεί… Είναι μια διασκευή από το «Ημερολόγιου ενός τρελού» του Gogol και ενώ βασίζεται σε αυτό το κείμενο (ένα 70% του κειμένου είναι αυτούσιο), βγάλαμε τον Aksenti Ivanovich επί σκηνής, ως κλόουν, συμβολίζοντας τον άνθρωπο που γελάνε μαζί του, που τον κοροϊδεύουν, που τον φτάνουν στα όριά του, που τον απομυθοποιούν, τον απομονώνουν κι έτσι και σιγά-σιγά ξεκινάει το περίεργο ταξίδι του προς την παράνοια. Η δική του παράνοια, όπως ήταν στη δική μου σκέψη, είχε άκρως καρναβαλικές πτυχές. Έτσι κάπως το φαντάστηκα, αν και επικεντρώθηκα περισσότερο στο ερωτικό του καρδιοχτύπι, μιας και μ’ αγγίζει κι εμένα πολύ. Γιατί πέρα από το ερωτικό κομμάτι, που για μια γυναίκα τρελάθηκε, σε πολλά εισαγωγικά το «τρελάθηκε», γιατί μια χαρά είναι ο άνθρωπος… Εμείς όλοι και ο τρόπος που προσεγγίζουμε τα πράγματα είναι ίσως μονότονος… Στο έργο του ο Gogol λέει πάρα πολλά πράγματα, τονίζοντας πολύ και τις κοινωνικές ανισότητες της εποχής, αν και δεν επικεντρώνομαι εκεί…

Παρόλα αυτά το θίγετε και γίνονται αντιληπτές, στον θεατή, οι ανισότητες αυτές…

Ναι, ναι, το θίγω… αν και εξαιτίας παλαιότερων βιωμάτων, μ’ αγγίζει περισσότερο το ερωτικό κομμάτι της ιστορίας…

Ο έρωτας… Το κερασάκι στην τούρτα…

Ναι, είναι όπως τη φαντάστηκα εγώ στο μυαλό του… αυτήν την καρναβαλική παράνοια… Που από τη μια τον χαροποιεί, τον διασκεδάζει και συνάμα τον θλίβει ακόμη περισσότερο…

Πόσα κοινά στοιχεία έχει με το σήμερα αυτή η ιστορία;

Όλα. Το έργο είναι διαχρονικό. Πάντα ταιριάζει… πάντα υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που τους κοροϊδεύουν, που τους ασκούν bullying… ειδικά στις ημέρες μας υπάρχει έντονο αυτό το στοιχείο…

Ακόμη και σήμερα, στην κυριολεξία το σήμερα (την ημέρα της συνέντευξης, είχε πεθάνει ένα παιδί, μετά από το bullying που υπέστη)…

Ακριβώς. Πόσο πιο σύγχρονο και διαχρονικό μπορεί να είναι ένα έργο;

Άνθρωπος με χαμηλή αυτοεκτίμηση ο Aksenti;

Δεν πιστεύει στον εαυτό του. Δεν πιστεύει στις δυνατότητές του. Μάλλον ο τρόπος που ζει και ο τρόπος που τον προσεγγίζουν οι άλλοι τον βάζουν στη διαδικασία να μην πιστεύει στον εαυτό του. Δεν έχει από πουθενά βοήθεια. Είναι τελείως μόνος. Θίγεται, επίσης, το θέμα της μοναξιάς και όχι της μοναχικότητας. Και πώς η μοναξιά μπορεί να σε βάλει σε μια διαδικασία… βλέπουμε γύρω μας τέτοιους ανθρώπους, που μιλάνε μόνοι τους ή ηλικιωμένους που έχουν χάσει το ταίρι τους. Έχουν ανάγκη αυτοί οι άνθρωποι να επικοινωνήσουν. Το ίδιο κάνει και ο Aksenti στην αρχή. Αρχίζει να επικοινωνεί… μόνος του. Μιλάει μόνος του, χαίρεται μόνος του και φτιάχνει τον δικό του κόσμο. Σιγά-σιγά όμως φτάνει στη λεπτή διαχωριστική γραμμή…

Δεν θα μπορούσε να επιλέξει έναν άλλο δρόμο;

Όχι.

Γιατί;

Γιατί η ανάγκη του να νοιώσει σημαντικός ήταν τόσο μεγάλη, που δεν είχε τα περιθώρια. Και ειδικά όταν μαθαίνει ότι η γυναίκα που αγαπάει, θα παντρευτεί έναν αξιωματικό της φρουράς… αυτός ήταν ο μονόδρομός του… για να αποφύγει αυτήν την πραγματικότητα και να νοιώσει ότι είναι κάτι κι αυτός πολύ σημαντικό. Και μόνο εάν ο ίδιος γινόταν ο βασιλιάς της Ισπανίας θα μπορούσε να «κοντράρει» αυτόν τον αξιωματικό της φρουράς… Και να επικυρώσει κι έναν νόμο και να ακυρώσει τον γάμο της. Ήταν λοιπόν μονόδρομος για αυτόν… Δεν αναγνώριζε κανέναν άλλο δρόμο…

Εμμονικός…

Βαθύτατα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι εμμονικοί…

Εμείς; Είμαστε κι εμείς;

Και βέβαια είμαστε. Απλώς χρησιμοποιούμε περισσότερο τη λογική μας. Ενώ αυτός χρησιμοποιεί περισσότερο το συναίσθημα.

Και τα όρια μεταξύ λογικής και παραλογισμού δεν είναι ευδιάκριτα…

Σε κανέναν άνθρωπο δεν είναι ευδιάκριτα… Θεωρώ ότι αν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, ο καθένας μας είναι εν δυνάμει ένας παράφρων. Παίζει ρόλο ο τρόπος που μεγαλώνουμε, οι προσλαμβάνουσες, το σχολείο, η οικογένεια… παίζουν πάρα πολλά πράγματα ρόλο. Μπορούσαμε άνετα να είμαστε στη θέση του. Και όπως είπαμε, είναι μια μικρή διαχωριστική γραμμή, για να περάσεις στην αντιπέρα όχθη.

Η τρέλα αποτελεί τον μηχανισμό διαφυγής από την πραγματικότητα;

Ναι. Για λίγο όμως. Γιατί, όπως είδατε και στο έργο, αυτό κάνει κι ο Aksenti. Τρέλα. Δεν πουλάει τρέλα. Μπαίνει μέσα στην τρέλα του για να αποφύγει όλο αυτό που συμβαίνει. Όμως αυτό γυρνάει boomerang. Γιατί αυτή η «παραμύθα» στο τέλος τον προδίδει.

Ποια είναι αυτή η παραμύθα;

Το να πιστεύεις σε κάτι το οποίο δεν είναι υπαρκτό… στο τέλος σε προδίδει…

Ψυχικά άρρωστος;

Ψυχικά πολύ πονεμένος. Το να πεις άρρωστος δεν είναι δόκιμο… Αρρώστια είναι κι όταν μας πονάει το στομάχι μας… παίρνουμε κάτι και μας περνάει. Αυτός όμως δεν μπορεί να πάρει τίποτα… Μόνο τη δύναμη της αγάπης.

Η παράσταση ξεκίνησε και τελείωσε με δύο λέξεις: «χαμογέλα μου»…

Ναι. Είναι αυτό που θέλει αυτός ο άνθρωπος. Ένα χαμόγελο.

Πιστεύετε ότι το χαμόγελο αποτελεί θεραπεία;

Βάλσαμο στην ψυχή. Όταν ο άλλος σου δώσει ένα χαμόγελο, σου ανεβαίνει η αυτοπεποίθηση. Προσωπικά έχω ένα θέμα με την αυτοπεποίθηση. Κάποτε διάβασα κάτι, που μου άρεσε και πολύ… «Αυτοπεποίθηση έχεις όταν καταλάβεις και αντιληφθείς ότι είναι μάταιο να συγκρίνεσαι με τον καθένα». Διότι ο καθένας είναι μοναδικός, είναι ξεχωριστός και είναι μάταιο να συγκρίνεσαι. Όταν μπεις σ’ αυτήν τη διαδικασία, σίγουρα έχεις κερδίσει ένα βήμα για να φτάσεις πιο κοντά στον εαυτό σου και να αποκτήσεις αυτοπεποίθηση. Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει καθόλου αυτοπεποίθηση…

Πιστεύετε ότι τέτοιου είδους άνθρωποι, που συναντάμε στο διάβα μας, εάν τους δείξουμε την αγάπη μας ή τους χαρίσουμε ένα χαμόγελο…

Σίγουρα τους έχουμε θεραπεύσει. Μα τι θέλει ο άνθρωπος; Μια αγκαλιά. Να νοιώσει ασφάλεια. Να νοιώσει κι αυτός την μοναδικότητά του κι όχι να νοιώσει ότι είναι πιο σημαντικός από κάποιον άλλο. Με μια αγκαλιά μπορείς να τονίσεις τη μοναδικότητα του άλλου… μπορεί να του δείξεις ότι όλοι είμαστε όμοιοι και ταυτόχρονα μοναδικοί… Κι έτσι μπορούμε να γίνουμε η καλύτερη έκδοση του εαυτού μας. Του δικού μας εαυτού, χωρίς να μοιάζουμε με κανέναν. Τον Aksenti, όχι μόνο δεν τον αγκάλιασε κανείς, αλλά αντίθετα τον διαπόμπευαν, τον εξευτέλιζαν και γινόταν αυτό το παιχνίδι, για να νοιώσουν κάποιοι άλλοι δυνατοί. Ο αδύναμος είναι πάντα ο εύκολος στόχος. Να εκτονώνεις τα βίαια ένστικτά σου, να εκτονώσεις τις αδυναμίες σου, τις εμμονές σου, κι αντί να τον αγκαλιάσεις, τον φτάνεις πιο κοντά στο τέλμα του…

Αυτό είναι και το μήνυμα που περνάει το έργο;

Λέω στους μαθητές μου, ότι το θέατρο είναι ένα λειτούργημα και μόνο έτσι πρέπει να το προσεγγίσουμε. Αυτό φτάνει στα όρια της εξιδανίκευσης, αλλά όσο το βλέπεις ως λειτούργημα, σίγουρα κάνεις λιγότερα λάθη, απ’ όσα θα έκανες. Όταν προσεγγίζω λοιπόν ένα έργο, έχω στο μυαλό μου την κεντρική ιδέα, την κεντρική έννοια. Δηλαδή, όταν φύγει ένας άνθρωπος από το θέατρο, τι θέλεις να του έχεις περάσει; Στο συγκεκριμένο έργο, αυτό που ήθελα να περάσω είναι όταν φύγει ο θεατής να σκεφτεί… να δει πως ένα χαμόγελο μόνο μπορεί να είναι το βάλσαμο στην ψυχή ενός ανθρώπου. Είναι τόσο σημαντικό. Και μετά να αγκαλιάσω και κάποιους ανθρώπους. Άμα το πετύχω αυτό θα είναι πολύ σημαντικό.

Πώς καταφέρατε να εκφράσετε μ’ αυτόν τον απόλυτα πειστικό τρόπο, έναν ψυχικά άρρωστο άνθρωπο; Ήταν σαν να είχα μπροστά μου κάποιον ταλαίπωρο άνθρωπο, από αυτούς που συναντάμε στον δρόμο κι έχουν αυτήν τη χαρακτηριστική συμπεριφορά…

Με πάρα πολλή δουλειά. Με αμέτρητες πρόβες. Ούτως ή άλλως χωρίς πολλή δουλειά δεν γίνεται τίποτα. Η πολλή δουλειά σε καθιστά -σε εισαγωγικά- από ερασιτέχνη, σε επαγγελματία. Αλλιώς είναι να δουλεύεις στο θέατρο ερασιτεχνικά και να λειτουργεί για σένα ως ψυχόδραμα κι αλλιώς είναι να το βλέπεις ως την εργασία σου και ως τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίσεις τους ανθρώπους που θα έρθουν να σε δουν. Και να μπεις σε μια διαδικασία ότι αυτοί που έρχονται στο θέατρο, δεν ήρθαν για να δούνε τα υποκριτικά σου τερτίπια, ούτε για να δείξεις πόσο καλός ή πόσο κακός είσαι. Ήρθαν εδώ για να μοιραστείς μαζί τους μια εμπειρία. Όταν μπαίνεις σε αυτήν τη διαδικασία, κάνοντας πολλές πρόβες και έχοντας έντονο το αίσθημα της ενσυναίσθησης, ώστε να μπορείς να μπεις στη θέση ενός τέτοιου ανθρώπου, σιγά-σιγά ανακαλύπτεις και τον δικό σου εαυτό, τον δικό σου χαρακτήρα και τη δική σου προσωπικότητα. Όπως είπαμε όλοι μας είμαστε εν δυνάμει τέτοιοι άνθρωποι. Κι εγώ είμαι ένας από αυτούς. Και προσπάθησα να αναδείξω ή να ξαναβγάλω τις σκοτεινές μου πλευρές στην επιφάνεια και να δω αν εμένα θα με είχαν απομονώσει τόσο πολύ και αν θα μου ασκούσαν τόσο bullying ως άνθρωπο, το πού θα είχα φτάσει… Μπαίνω λοιπόν σε αυτές τις διαδικασίες και κάνοντας πολλές πρόβες, μαζί με τον αδελφό μου και τελικά έχουμε το αποτέλεσμα που είδατε…

Όλη η μουσική της παράστασης είναι του Βασίλη Τσεντούρου;

Ναι. Και το τραγούδι το ερμηνεύει ο Παντελής Θαλασσινός, ο οποίος μας είχε δει, τη δεύτερη χρονιά, στο Θέατρο ΠΚ, του άρεσε και του προτείναμε να πει το τραγούδι της παράστασης, το οποίο το έκανε με χαρά.

Η πολλή δουλειά είναι εμφανής… Όπως επίσης είναι ευδιάκριτο και το «εμείς»…

Είναι μια δουλεία την οποία κάναμε εξ ολοκλήρου μαζί. Εγώ ανέλαβα το υποκριτικό – σκηνοθετικό μέρος και ο Βασίλης το μουσικό μέρος. Κι επειδή έχουμε και ίδια αισθητική στα πράγματα και χημεία μεταξύ μας, δεν ήταν πολύ δύσκολο να ενωθούμε ως χαρακτήρες. Επίσης, το έργο παύει να είναι μονόλογος, διότι είναι δύο άτομα επί σκηνής, όπου ο ένας μιλάει κι ο άλλος του απαντάει μουσικά. Έτσι παύει να είναι μονόλογος. Και ο χαρακτήρας του Βασίλη σε αυτήν την παράσταση, ουσιαστικά είναι το υποσυνείδητό του Aksenti, είναι οι σκοτεινές του πλευρές, αυτές που αναδύονται άγαρμπα…

Και τα τύμπανα του Βασίλη δονούν και ομοιάζουν με τον ήχο μέσα στο ταραγμένο μυαλό του Aksenti…

Ακριβώς.

Μια παράσταση για 5η χρονιά. Τίποτα λοιπόν δεν είναι τυχαίο…

Πολλές, πολλές πρόβες. Και είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που πολλοί έχουν δει αυτήν την παράσταση δεύτερη και τρίτη φορά. Το μόνο που δεν έχουμε είναι η μεγάλη προβολή… Και στον χώρο μας, καλώς ή κακώς, αυτήν την στιγμή, δεν θα πω ότι μας πολεμούν, αλλά αυτό που κάνουν είναι να μας απομονώνουν. Αλλά εμείς τελικά, είμαστε πιο δυνατοί από τον Aksenti… Και χωρίς να τονίσουμε το υπερεγώ μας, ο Βασίλης κι εγώ, είμαστε περήφανοι για τον τρόπο που έχουμε δουλέψει. Γιατί έχουμε δουλέψει άκρως επαγγελματικά και είναι μια παράσταση που της αξίζουν απανωτά sold out.

Και τα μελλοντικά σας σχέδια;

Αυτή η παράσταση κινηματογραφείται και θα αποτελέσει το μεγαλύτερο μέρος μιας ταινίας, της οποίας φέτος ξεκινήσαμε και τα γυρίσματα. Έχει ολοκληρωθεί το σενάριο και τώρα ξεκινούν τα γυρίσματα στη Τζια, σε εξωτερικούς χώρους και σε κάποια σπίτια. Πιστεύουμε μέσα σε ένα-ενάμιση χρόνο να είμαστε έτοιμοι.

Με χαρά να υποδεχτούμε και την ταινία σας. Και εύχομαι αυτή η παράσταση που σήμερα απολαύσαμε να συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμη.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

«Κάτι απ’ το ημερολόγιο ενός…»
Μία διασκευή απ’το ημερολόγιο ενός τρελού του Γκόγκολ

Σκηνοθεσία- διασκευή Κωνσταντίνος Τσεντούρος

Μουσική Βασίλης Τσεντούρος

5ος ΧΡΟΝΟΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 31 ΜΑΙΟΥ

Στο Θέατρο Λύχνος ολοκληρώνονται με επιτυχία την Τρίτη 31 Μαΐου, όπως ήταν προγραμματισμένο, οι παραστάσεις του έργου «Κάτι απ’το ημερολόγιο ενός…», μία διασκευή απ’ το Ημερολόγιο ενός τρελού του Γκόγκολ, σε σκηνοθεσία- διασκευή Κωνσταντίνου Τσεντούρου και μουσική Βασίλη Τσεντούρου.

Μία παράσταση σταθμός, που παίζεται με μεγάλη επιτυχία 5 χρόνια και εξελίσσεται μέσα από αυτά.

Στον ρόλο του ταλαίπωρου Αξέντι Ιβάνοβιτς ο Κωνσταντίνος Τσεντούρος, σε μία ερμηνεία που έχει θεωρηθεί υποδειγματική. Στα τύμπανα επί σκηνής ο Βασίλης Τσεντούρος.

Το τραγούδι της παράστασης ερμηνεύει ο Παντελής Θαλασσινός.

Λίγα λόγια για το έργο:

Η εμμονή ενός ανθρώπου να πείσει τον εαυτό του πως είναι κάτι σημαντικό. Μία απέλπιδα προσπάθεια να κερδίσει στον έρωτα και να λυτρωθεί από την απομόνωση και τα κοροϊδευτικά γέλια των ανθρώπων.
Στο ‘Ημερολόγιο ενός τρελού‘ ο Γκόγκολ καυτηριάζει με γλαφυρό τρόπο την κενότητα της άρχουσας τάξης. Πως οι ταξικές ανισότητες της εποχής παγίδευαν τους απλούς πολίτες και τους καθιστούσαν θύματα των ισχυρών.
Με έναν τέτοιο πολίτη, τον Αξέντι Ιβάνοβιτς, καταπιάνεται το έργο. Με έναν πολίτη χαμηλής αυτοεκτίμησης που ταπεινά εισπράττει τα κοροϊδευτικά γέλια των ανωτέρων του και των κατωτέρων του. Με έναν άνθρωπο που απομονώνεται και σιγά σιγά κυλά από τη λογική στη παραφροσύνη από τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας στην κατασκευή ενός κόσμου στον οποίο είναι αρεστός και μπορεί σε μια στιγμή να γίνει ο Βασιλιάς της Ισπανίας.
Σε αυτή τη διασκευή ο ήρωας ντύνεται κλόουν και στα όνειρα – εφιάλτες του, διασκεδάζει τον κόσμο εισπράττοντας τα κοροϊδευτικά γέλια του κοινού.
Ο Κωνσταντίνος Τσεντούρος περπατάει σε τεντωμένο σχοινί, ακροβατώντας ανάμεσα στο σουρεάλ και την καρικατούρα, αναδεικνύοντας όλες τις κρυφές πτυχές της προσωπικότητας του ήρωα. Μαζί του ο μουσικός Βασίλης Τσεντούρος, ο οποίος με τις μουσικές του επενδύσεις και τους ντραμιστικούς αυτοσχεδιασμούς, κινεί τα νήματα του ήρωα μουσικά και τον φτάνει στο τέλμα του.

Trailer παράστασης:

Σκηνοθεσία- Διασκευή: Κωνσταντίνος Τσεντούρος​
Μουσική: Βασίλης Τσεντούρος​
Σκηνικά: Κάρολος Ρωμούσης​
Φωτισμοί-Φωτογραφίες: Κανέλλος Φωτογιαννόπουλος​
Μάσκες: Δήμητρα Καίσαρη​
Μετάφραση: Gheorge Trofim​
Στο ρόλο του Αξέντι Ιβάνοβιτς: Κωνσταντίνος Τσεντούρος​
Στα τύμπανα επί σκηνής: Βασίλης Τσεντούρος​

Το τραγούδι της παράστασης ερμηνεύει ο Παντελής Θαλασσινός.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15

Τιμές εισιτηρίων:

Γενική είσοδος 12€
Πολύτεκνοι, Φοιτητές 6€
Προπώληση στο Viva.gr 9€

Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά χωρίς διάλειμμα

ΛΥΧΝΟΣ | Χαλκιδικής 83, Αθήνα 118 55 | 21 1012 1686