Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΒΑΡΤΑΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΠΑΤΡΕΧΑΣ ΣΤΟ «ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΕΣ…» ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο Στέφανος Παπατρέχας συγκροτούν ένα σπάνιο θεατρικό δίδυμο, από εκείνα που δεν υπηρετούν απλώς το κείμενο, αλλά το μετουσιώνουν σε ζώσα εμπειρία. Η σκηνική τους δε σύμπραξη, μπορούμε να πούμε, ότι δεν είναι άθροισμα ρόλων, αλλά οργανική συνύπαρξη: δύο σώματα, δύο φωνές, μία κοινή αναπνοή, ενώ στο Καταραμένο παιδί του Balzac, που ανεβάζουν αυτή την περίοδο στο Θέατρο Arroyo, η δημιουργική τους ταυτότητα αποκαλύπτεται ως βαθιά στοχαστική και αφοπλιστικά ειλικρινής.

Ως σκηνοθέτες, επιδεικνύουν σπάνια δραματουργική ευφυΐα και ως ερμηνευτές, καταθέτουν σώμα και ψυχή χωρίς προστατευτικά φίλτρα. Η σκηνή γίνεται πεδίο τελετουργίας, όπου ο λόγος πάλλεται από την υπαρξιακή αγωνία και η σιωπή αποκτά εκκωφαντική δύναμη, ενώ η μεταξύ τους χημεία δεν είναι απλώς υποκριτική, αλλά είναι βαθιά θεατρική, σχεδόν μεταφυσική, σαν μια άγραφη συμφωνία εμπιστοσύνης που γεννιέται μπροστά στα μάτια του θεατή.

Το δίδυμο Βαρτάνη–Παπατρέχα δεν αναπαράγει φόρμες. Τις υπερβαίνει. Με τόλμη, ακρίβεια και ποιητική αυστηρότητα, αποδεικνύει ότι το σύγχρονο ελληνικό θέατρο μπορεί ακόμη να γεννά δημιουργούς που εργάζονται με ήθος, βάθος και αδιαπραγμάτευτη πίστη στη δύναμη της σκηνικής πράξης. Δεν πρόκειται απλώς για μια επιτυχημένη συνεργασία, αλλά για μια καλλιτεχνική συνάντηση που αφήνει ίχνος.

Η σκηνική μεταφορά του έργου Το καταραμένο παιδί, του Honoré de Balzac, σε σκηνοθεσία Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα, αναδεικνύει με λιτότητα και εσωτερική ένταση το υπαρξιακό και κοινωνικό βάθος του κειμένου. Οι δύο σκηνοθέτες, αναλαμβάνοντας και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, επιλέγουν μια υποκριτική οικονομία που εστιάζει στη σωματική παρουσία και στον λόγο ως φορέα ψυχικής σύγκρουσης. Η σκηνοθεσία κινείται σε άξονα συμβολικό, αφήνοντας τον Balzac να λειτουργήσει ως τραγικός αφηγητής μιας πατριαρχικής βίας, που μεταμφιέζεται σε οικογενειακή κανονικότητα. Η σχέση πατέρα–γιου αναπτύσσεται ως πεδίο εξουσίας και αποστέρησης, με τους ερμηνευτές να αποτυπώνουν με ακρίβεια τη μετάβαση, από την καταπίεση στην εσωτερική ρήξη. Χωρίς περιττές δραματουργικές επεμβάσεις, η παράσταση επιτυγχάνει μια σύγχρονη, αλλά άκρως ποιητική και συμβολική ανάγνωση του έργου, φωτίζοντας τη διαχρονική του αγριότητα και την τραγική μοναξιά του «καταραμένου» υποκειμένου.

Για εμένα προσωπικά, οι δημιουργοί Λάζαρος Βαρτάνης και Στέφανος Παπατρέχας, αποτελούν εγγύηση. Με κλειστά μάτια θα πάω να δω παράσταση στην οποία συμμετέχουν και ποτέ δεν απογοητεύομαι. Όπως και δεν απογοητεύτηκα από την εξαιρετική συζήτηση-συνέντευξη που μας παραχώρησαν, για την οποία και τους ευχαριστώ πολύ!

Λάζαρε και Στέφανε, κατ’ αρχάς, καλωσήρθατε στο Sin Radio! Αλήθεια πώς προέκυψε η ιδέα να μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή Το καταραμένο παιδί, ένα τόσο εμβληματικό και σύνθετο λογοτεχνικό έργο του Honoré de Balzac;

Λάζαρος: Θέλαμε πάρα πολύ να διασκευάσουμε για το θέατρο ένα λογοτεχνικό έργο. Όταν ο Στέφανος διάβασε τη νουβέλα αυτή του Balzac, χωρίς δεύτερη σκέψη, μου το έδωσε και το διάβασα αμέσως και εγώ. Η ιστορία, οι ήρωες, η πολύ έντονη θεατρικότητα και φυσικά η αριστοτεχνική γραφή του Balzac μας συγκίνησαν και τους δύο. Είχαμε βρει το έργο μας!

Στέφανος: Το καταραμένο παιδί ανήκει στις Φιλοσοφικές Μελέτες της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» του συγγραφέα. Είναι ένα έργο που -κατά την γνώμη μου- έχει στον πυρήνα του θέματα που ακόμη αφορούν και αγγίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Συν του ότι αυτή η εποχή όπου διαδραματίζεται το έργο μάς ασκεί μεγάλη γοητεία.

Το καταραμένο παιδί, είναι ένα έργο που ο ίδιος ο Balzac χαρακτήρισε ως «ένα μικρό μελαγχολικό ποίημα». Πώς καταφέρατε να διατηρήσετε αυτήν την ποιητική ατμόσφαιρα κατά τη μετάβαση από τη λογοτεχνία στη θεατρική σκηνή;

Στέφανος: Διασκευάζοντας τη νουβέλα αυτή, θελήσαμε να κρατήσουμε το ύφος, την ατμόσφαιρα, να μεταφέρουμε στις λέξεις, στους διαλόγους και μετέπειτα στις κινήσεις και τον ήχο όλη την ποιητικότητα του συγγραφέα, τονίζοντας όπου χρειαζόταν την δράση και την ένταση των σχέσεων των ηρώων. Με όποια μέσα μπορούσαμε (εικαστικά -μέσα από τα κοστούμια, τα σκηνικά, τα αντικείμενα, τα φώτα- μουσικά, μέσω της γλώσσας και του λόγου, που σε πολλά σημεία ακούγεται σαν χορικό), θελήσαμε να υπάρχει έντονα αυτό που φέρει ο ρομαντισμός, όλα τα σύμβολα, τις ιδέες, τις νοοτροπίες, μέσα πάντα από το δικό μας φίλτρο και αισθητική. Υπάρχει μεν η ποίηση, αλλά υπάρχει και η δράση, η σύγκρουση που δίνει όλα όσα χρειάζεται η θεατρική πράξη.

Με ποιον τρόπο επιχειρήσατε να αναδείξετε τη διαχρονικότητα των θεμάτων του έργου και πώς συνδιαλέγεται η παράσταση με τη σημερινή κοινωνία;

Λάζαρος: Διαβάζοντας το έργο και αργότερα ερευνώντας πάνω στην εποχή, στο έργο του Balzac, στην ιστορία τόσο της Γαλλίας της περιόδου εκείνης, όσο και της εποχής όπου γράφτηκε η νουβέλα, νιώθαμε όλο και πιο πολύ πως Το καταραμένο παιδί μας αφορά και πως το θέμα του -η διαφθορά της εξουσίας, η καταστροφή οποιουδήποτε φέρνει εμπόδια στο κέρδος και το συμφέρον και η πατριαρχία- είναι κομμάτια δυστυχώς και της δικής μας ζωής τώρα, σήμερα. Νομίζω δεν χρειάστηκε να κάνουμε κάτι παραπάνω για να τονιστεί αυτή η διαχρονικότητα, από το να πούμε απλώς αυτήν την ιστορία επί σκηνής όσο πιο καθαρά και παραστατικά γίνεται.

Ποια είναι η βασική σκηνοθετική σας προσέγγιση και πώς αυτή εξυπηρετεί το πνεύμα του έργου;

Λάζαρος: Η μεγαλύτερη σκηνοθετική μας πρόταση ήταν, από την διασκευή ακόμη, ο τρόπος αφήγησης. Επιλέξαμε έναν χορό -τις Μοίρες, όπως τις ονομάσαμε- που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και αφηγείται αυτήν την σκοτεινή ιστορία. Ξεκινάμε, λοιπόν, σαν ένας Χορός τραγωδίας που ξεκινάει αυτήν την παράσταση και όσο ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας, αρχίζει ο καθένας να παίζει τον εκάστοτε ρόλο και να του δίνει ζωή. Επιλέξαμε σύμβολα και αναφορές σε πίνακες της εποχής, μιας και το έργο διέπεται από το πνεύμα του ρομαντισμού. Υπάρχει μια ποιητικότητα στις εικόνες, στα σύμβολα, στον λόγο και έγινε πολλή δουλειά από όλους, ώστε είναι όλο αυτό αληθινό, πραγματικό και όχι γλυκανάλατο και επιφανειακό.

Στέφανος: Το στοίχημα στα έργα εποχής είναι πάντα να καταφέρεις να μεταφέρεις την ομιλία, τον λόγο, μα και το σώμα εκείνων των καιρών όντας ταυτόχρονα αληθινός και σύγχρονος στο συναίσθημα και στην απεύθυνσή σου. Είναι κάτι στο οποίο επιμείναμε πολύ στις πρόβες.

Εκτός από τη θεατρική διασκευή, την απόδοση και τη σκηνοθεσία, κρατάτε και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Πώς τους προσεγγίσατε αυτούς τους πολύπλοκους χαρακτήρες και ποιες πτυχές τους, σας δυσκόλεψαν περισσότερο στην ερμηνεία;

Στέφανος: Είδαμε σκηνοθετικά όλους τους ρόλους σε δύο επίπεδα: πρώτον το ρεαλιστικό και δεύτερον το συμβολικό. Από τη μία δηλαδή υπάρχει ο Ετιέν με όσα τον βλέπουμε να βιώνει, με όσα επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης του, τη ζωή του, τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα και φυσικά τις αλλαγές που επιφέρουν πάνω του οι εξελίξεις της ιστορίας. Από την άλλη είναι και όσα ο Ετιέν αντιπροσωπεύει: την αθωότητα, την ποίηση, τον άνθρωπο που οδηγείται από αγαθά συναισθήματα. Όλοι οι ρόλοι δουλεύτηκαν τόσο από τους δυο μας με την έρευνα, τη διασκευή και την προετοιμασία πριν τις πρόβες, όσο και από όλον το θίασο με υλικό που ήρθε από όλους μας μέσα στις αναγνώσεις και την ανάλυση του έργου. Έχουμε μάθει σήμερα να συγχέουμε την αθωότητα με την αφέλεια, να υποτιμούμε ανθρώπους σαν τον Ετιέν. Στόχος μου λοιπόν ήταν να αναδείξω τα παραπάνω, δίνοντας όμως και έναν δυναμισμό μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά (πάντα στο πλαίσιο του έργου).

Λάζαρος: Αντίστοιχα ο κόμης ντ’ Ερουβίλ είναι ένας σκληρός, πολεμοχαρής, αδίσταχτος άρχοντας που βάζει πάνω από όλα την εξουσία του, την κοινωνική του θέση και φυσικά τη διαιώνιση του οίκου του. Είναι όμως και ένα σύμβολο της φεουδαρχίας, της διαφθοράς, της πατριαρχίας. Νομίζω πως μου ήταν πολύ καθαρός εξαρχής αυτός ο ρόλος και μπορώ να πω πως είναι από τους αγαπημένους μου μέχρι στιγμής στο θέατρο. Ίσως αυτό που είχα λίγο παραπάνω υπόψη μου, όσο δούλευα τον κόμη ντ’ Ερουβίλ, είναι μέσα σε αυτά τα σκληρά και έντονα λόγια, μέσα σε αυτόν τον βαρύ κάπως «γκράντε» ρόλο, να μην χαθεί η αμεσότητα, να μην ακούγονται θεατρικά όσα λέει. Να παραμείνω αληθινός.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση: η διασκευή ενός σύνθετου λογοτεχνικού κειμένου ή η ερμηνεία των ρόλων σας μέσα στο σκηνοθετικό πλαίσιο που εσείς οι ίδιοι ορίσατε;

Στέφανος: Το καθετί έχει τη δυσκολία του και όλα είναι μια πρόκληση. Ωστόσο το καθένα έχει τον χρόνο του. Η διασκευή προηγήθηκε των προβών και του χτισίματος των ρόλων, οπότε η κάθε δυσκολία αντιμετωπίστηκε στην ώρα της. Για μένα ήταν η πρώτη φορά που αντί να γράψω ένα έργο εξαρχής δικό μου, διασκεύασα ένα λογοτεχνικό έργο και μάλιστα όχι μόνος μου. Η όλη διαδικασία κύλησε αβίαστα και ομαλά. Πιστεύω από όταν διαβάσαμε το έργο, και οι δύο είχαμε με κάποιον μαγικό τρόπο το ίδιο αποτέλεσμα στο μυαλό μας, οπότε δεν υπήρχαν διαφωνίες ή αντιρρήσεις από κανέναν μας.

Λάζαρος: Το ίδιο συνέβη και στη διαδικασία των προβών. Το σκηνοθετικό πλαίσιο ήταν πολύ καθαρό από τη διασκευή ακόμη, ο ένας βοηθούσε τον άλλον στην υποκριτική καθοδήγηση του ρόλου του και επιπλέον όλος ο θίασος λειτούργησε και έδεσε από πολύ νωρίς, κάνοντας όλο το κομμάτι των προβών να προχωράει πολύ δημιουργικά.

Στέφανος Παπατρέχας

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το κεντρικό μήνυμα που μεταφέρει το έργο στο κοινό;

Λάζαρος: Αυτό που θα ήθελα να σκεφτεί ο θεατής φεύγοντας είναι το κατά πόσο έχουμε όλοι ευθύνη για την κατάληξη των πραγμάτων. Πόσο και εμείς δίνουμε χώρο στη διαφθορά, στο κέρδος να κερδίσει έδαφος εις βάρος του ονείρου, της αθωότητας, της καλοσύνης.

Τι «κουβαλάτε» μαζί σας ως εμπειρία από αυτή τη συγκεκριμένη παράσταση;

Στέφανος: Θα έλεγα πως με κάθε παράσταση εξελίσσουμε τη δουλειά μας, τον τρόπο διαχείρισης, τις επιλογές μας. Εγώ, για παράδειγμα, πρώτη φορά ανέλαβα να διασκευάσω μια νουβέλα, πρώτη φορά γράψαμε μαζί με τον Λάζαρο, πρώτη φορά έκανα μόνος μου κατασκευές για τα σκηνικά αντικείμενα. Ο Λάζαρος, από την άλλη, έφτιαξε σκηνικά που νομίζω ήταν τα πιο απαιτητικά από άποψη κατασκευής ως τώρα. Επιπλέον, σε κάθε δουλειά μας μπαίνουν καινούργιοι άνθρωποι, συνεργάτες που αυτόματα φέρνουν υλικό που δεν είχαμε ως τώρα δει. Πραγματικά είναι μια παράσταση που μόνο καλά μπορώ να πω πως κουβαλάω από αυτήν ως τώρα.

Λάζαρος: Θα ήθελα να κρατήσω το πόσο ωραία έχουμε περάσει μέχρι τώρα. Από την πρώτη μέρα που ξεκινήσαμε τη διασκευή του έργου, μέχρι την τελευταία μας παράσταση. Γελάσαμε πολύ, ταξιδέψαμε στο Παρίσι για να βρεθούμε στα μέρη του Balzac, περάσαμε καταπληκτικά στις πρόβες και το σημαντικότερο: ανυπομονώ να έρθει η Δευτέρα για να βρεθώ στο Θέατρο Arroyo να πω αυτή την καταπληκτική ιστορία. Δεν είναι δεδομένο αυτό στη δουλειά μας.

Συνεργάζεστε συχνά ως δίδυμο, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά. Ποια είναι η κοινή καλλιτεχνική σας φιλοσοφία; Υπάρχει κάποιο «μανιφέστο» ή κάποια σταθερή αρχή που ακολουθείτε σε κάθε νέα σας δουλειά;

Λάζαρος: Είμαστε πάντα πολύ καλά οργανωμένοι. Επιδιώκουμε να έχουμε εξαρχής υπολογίσει ό,τι θα χρειαστεί, από την αρχή των προβών ως την τελευταία παράσταση, σχεδόν εμμονικά. Από το να πληρωθούν όλοι στην ώρα τους (ή και νωρίτερα), μέχρι το να είναι τα κοστούμια έτοιμα από την αρχή των προβών. Δεν αφήνουμε τίποτα στην τύχη ή τελευταία στιγμή (πολλές φορές οι συνεργάτες μας μας πειράζουν με αφορμή αυτήν μας την ανάγκη να τα προλάβουμε όλα). Το ταλέντο ή το αν είναι μια παράσταση καλή, σε αυτό μπορεί να μην έχουν όλοι την ίδια άποψη, εξάλλου δεν έχουμε όλοι το ίδιο γούστο, η δουλειά όμως που έχει ρίξει κάποιος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ό,τι λοιπόν δείτε επί σκηνής είναι προϊόν σκέψης, έρευνας και πολλής δουλειάς.

Ποια θεωρείτε την πιο καθοριστική στιγμή στην κοινή σας πορεία μέχρι τώρα και τι σας δίδαξε;

Στέφανος: Για μένα η πιο καθοριστική στιγμή ήταν η «Φροσύνη». Ο μονόλογος που είχα γράψει και ο Λάζαρος μου πρότεινε να τον συν-σκηνοθετήσουμε. Ήταν η πρώτη συνεργασία μας στη σκηνοθεσία και η αρχή όλων αυτών που ακολούθησαν έκτοτε. Είμαι πάρα πολύ περήφανος για όσα έχουμε καταφέρει. Βέβαια, μετά από κάθε δουλειά είμαστε πάντα με την απορία: θα μπορέσουμε να κάνουμε επόμενη δουλειά ή αυτό ήταν; Οι συνθήκες γίνονται όλο και πιο δύσκολες και οικονομικά και πρακτικά και καλλιτεχνικά· ακόμη και όταν πια ολοκληρωθεί μια παράσταση είμαστε συνεχώς με το άγχος αν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε. Ελπίζω να συνεχίσουμε το ίδιο δημιουργικά.

Λάζαρος: Εγώ θα σταθώ στο «Καταραμένο παιδί» γιατί θεωρώ ότι είναι η καλύτερή μας δουλειά από όλες τις απόψεις. Μαζέψαμε τόσες εμπειρίες τα προηγούμενα χρόνια που εδώ μπορέσαμε να διαχειριστούμε καταστάσεις με ψυχραιμία και να κάνουμε σχεδόν στο 100% αυτό που ονειρευτήκαμε σκηνοθετικά. Σε αυτό βέβαια συνέβαλαν όλοι οι συνεργάτες μας και τους ευχαριστώ πάρα πολύ για το δόσιμο. Τις προηγούμενες φορές πάντα υπήρχε κάτι που με χάλαγε. Αυτή τη φορά υπογράφω τα πάντα με μεγάλη περηφάνια. Και στο «μεταξύ μας» ήταν η καλύτερη φορά μας. Πάντα θα υπάρχει κάποια στιγμή μικρής ή μεγάλης έντασης. Στο «Καταραμένο παιδί» δεν υπήρξε ούτε μισή.

Από πού αντλείτε έμπνευση, όταν δεν ασχολείστε με ένα συγκεκριμένο έργο; Υπάρχουν συγγραφείς, σκηνοθέτες ή έργα τέχνης (εκτός θεάτρου) που σας επηρεάζουν βαθιά;

Λάζαρος: Εγώ είμαι φανατικός οσκαράκιας. Βλέπω πολύ κινηματογράφο, καθώς και ξένες σειρές.

Στέφανος: Εγώ είμαι πολύ της κλασικής λογοτεχνίας. Ουγκό, Ντοστογέφσκι, Θεοτόκης, Παπαδιαμάντης, αλλά και ο Ρίτσος, από τους μεγάλους ποιητές, με συγκινούν πάρα πολύ. Επίσης, ο Μάνος Χατζιδάκις είναι μια προσωπικότητα που και το μουσικό του έργο, αλλά και ο τρόπος σκέψης και ζωής του με έχει επηρεάσει πολύ. Ακόμη, αγαπώ πάρα πολύ καλλιτέχνες που είναι ενεργοί και μουσικά, αλλά και πολιτικά (με την έννοια του ενεργού πολίτη), όπως ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.

Τι είναι αυτό που επιδιώκετε να «πάρει» μαζί του ο θεατής φεύγοντας από μία παράστασή σας, πέρα από την ψυχαγωγία;

Λάζαρος: Θα ήθελα να φύγει, έχοντας δει κάτι αισθητικά όμορφο, έχοντας παρακολουθήσει μια ιστορία που τον αφορά, τον προβληματίζει, τον κάνει να σκεφτεί λίγο βαθύτερα, να μετακινηθεί έστω λίγο.

Υπάρχει κάποιο «όνειρο» ρόλου ή έργου που έχετε ο καθένας ξεχωριστά ή και μαζί, το οποίο ελπίζετε να πραγματοποιήσετε στο μέλλον;

Λάζαρος: 15 χρόνια πριν ονειρευόμουν ρόλους, έργα, Επίδαυρο. Τώρα ονειρεύομαι ωραίους ανθρώπους που αγαπάνε αυτό που κάνουν και που δημιουργούν ασφάλεια στις πρόβες. Τι να τον κάνω τον «τάδε ρόλο», αν γίνει «όπως να ‘ναι», με ανθρώπους «όπως να ‘ναι», σε συνθήκες «όπως να ‘ναι»;
Ένα κοινό μας όνειρο είναι σίγουρα το να μπορέσουμε και στο μέλλον να ανεβάσουμε τις παραστάσεις μας με τον τρόπο που θέλουμε. Είναι ευλογία να δουλεύει κάποιος με τον Στέφανο.

Στέφανος: Έχω πάρα πολλά και εντελώς αντίθετα «απωθημένα» στο μυαλό μου: από μιούζικαλ και επιθεώρηση, μέχρι τραγωδία, από ένα συγκεκριμένο έργο που θέλω πολύ να το ανεβάσουμε για παιδιά μέχρι σύγχρονο δράμα και Martin McDonagh. Υπάρχει ένα χάος ονείρων στο κεφάλι μου.

Λάζαρος Βαρτάνης

Η τέχνη του θεάτρου είναι συχνά επίπονη ψυχικά. Τι σας κρατάει ζωντανούς και παθιασμένους με αυτό που κάνετε, παρά τις δυσκολίες;

Στέφανος: Ομολογώ πως τα εμπόδια είναι πολλά και μεγάλα και όντως είναι πολύ δύσκολο να παραμένεις ενεργός και δημιουργικός, ειδικά όταν είσαι μόνος σου σε αυτό (για παράδειγμα εμείς δεν έχουμε μέχρι στιγμής λάβει καμία επιχορήγηση από το Υπουργείο Πολιτισμού). Αυτή η μοναξιά -φυσικά όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο- είναι ανυπόφορη. Το ότι δημιουργούμε από κοινού με τον Λάζαρο, η συνεργασία, το κοινό όραμα, ο κοινός τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα και η παρόμοια φιλοσοφία πάνω στη δουλειά, αυτό εμένα μου δίνει δύναμη και από εκεί καταφέρνω να κρατάω ακμαίο το πάθος μου.

Ποια είναι η γνώμη σας για το σημερινό θεατρικό τοπίο στην Ελλάδα; Υπάρχουν πράγματα που θα θέλατε να δείτε να αλλάζουν ή να ενισχύονται;

Στέφανος: Έχω πολύ ανάμεικτες σκέψεις πάνω σε αυτό το θέμα. Από τη μια χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχουν τόσα θέατρα, τόσες παραστάσεις, που γράφονται νέα έργα, νέοι άνθρωποι που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, προτείνουν, τολμούν. Από την άλλη, είναι πολύ δύσκολο να έχεις ορατότητα μέσα σε τόσες πολλές παραστάσεις, και σε θεατές και σε ανθρώπους του χώρου και επίσης θα ήθελα να υπάρχει μια αξιολόγηση σε σχέση με τις επιχορηγήσεις. Δεν ελέγχεται από κανέναν η ποιότητα της δουλειάς κάθε ομάδας, αν όντως έχει νόημα η συγκεκριμένη ομάδα να επιχορηγηθεί ξανά, ή ακόμα και να έχουν άποψη τα μέλη της όποιας επιτροπής για το ποιες είναι οι ομάδες που ζητούν επιχορήγηση, τι έχουν κάνει ως τώρα κ.λπ. Κάπως θα ήθελα να υπάρχει μια διαφάνεια στο μοίρασμα της πίτας.

Αν μπορούσατε να δώσετε μια συμβουλή στον νεότερο εαυτό σας, τότε που ξεκινούσατε τα πρώτα σας βήματα στο θέατρο, ποια θα ήταν αυτή;

Λάζαρος: Θα μου έλεγα να μην είμαι τόσο ντροπαλός και συνεσταλμένος. Να λέω αυτό που νιώθω, χωρίς καμία ενοχή για το αν θα γίνω αρεστός. Ήμουν ένα παιδί που ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη και τα έβλεπα όλα με δέος. Θεωρούσα ότι εδώ ζουν όλοι μου οι «Θεοί» -τα παιδικά μου πρότυπα, οι άνθρωποι που θαύμαζα. Στην πορεία βέβαια κατάλαβα ότι δεν άξιζαν όλοι το θαυμασμό μου και δεν υπήρχε κανένας λόγος να νιώθω «υπό». Δυστυχώς (ή ευτυχώς) κάποια πράγματα τα μαθαίνεις στην πορεία.

Στέφανος: Να απολαύσει περισσότερο όσα ζει, να μην αγχώνεται τόσο για τα επόμενα, αλλά να δίνει λίγο περισσότερο βάση σε αυτό που του συμβαίνει στο παρόν. Επίσης, να εμπιστεύεται περισσότερο το ένστικτό του και την κρίση του και να μην επηρεάζεται τόσο πολύ από τους άλλους.

Τι πήρε και τι έδωσε ο χρόνος που σε λίγο φεύγει;

Στέφανος: Καταρχάς, μου χάρισε την παράσταση αυτή και άλλη μια συνεργασία με τον Λάζαρο, με τον οποίο πραγματικά απολαμβάνω να δουλεύω. Αισθάνομαι πως μπαίνω πιο δυνατός και πιο σίγουρος στη νέα χρονιά. Πιθανώς να πήρε κάποιους ανθρώπους από δίπλα μου, να τους απομάκρυνε, να είδα φέτος πιο συνειδητά με ποιους πραγματικά επικοινωνώ και συνδέομαι.

Λάζαρος: Μου έδωσε ένα καταπληκτικό ταξίδι στο Παρίσι, την ωραιότερη πόλη του κόσμου, μου έδωσε το «Καταραμένο παιδί» και, το σημαντικότερο, μου έδωσε κάποια καλά νέα για την υγεία μου που τα περίμενα με αγωνία.
Όλα τα υπόλοιπα, χάρισμά του.

Και τι εύχεστε για τον Νέο Χρόνο που σε λίγο καταφθάνει;

Στέφανος: Πέρα από υγεία και τύχη, θα ήθελα να έρθουν όλα λίγο πιο εύκολα, χωρίς τόσες δυσκολίες και εμπόδια.

Λάζαρος: Δικαιοσύνη, τιμωρία όσων λειτουργούν με βάση το συμφέρον τους ενάντια ακόμη και σε ζωές άλλων ανθρώπων. Κάθαρση.

Λάζαρε και Στέφανε! Για ακόμη μια φορά, σας ευχαριστώ θερμά που μοιραστήκατε τόσα μαζί μας! Και φυσικά σας εύχομαι τα καλύτερα για τη χρονιά που σε λίγο φτάνει!

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα παρουσιάζεται επί σκηνής «Το καταραμένο παιδί», ένα από τα πιο ποιητικά έργα του Honoré de Balzac, σε διασκευή και σκηνοθεσία των Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα. Μετά την σύγχρονη ελληνική δραματουργία («Spa-σε κατάρα», «Ονόριο, τα ανομήματα ενός εγκληματία», «Φροσύνη» και «Πασού»), το σκηνοθετικό δίδυμο καταπιάνεται με την παγκόσμια λογοτεχνία, διασκευάζοντας για το θέατρο έναν από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους όλων των εποχών. Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα στις 3 Νοεμβρίου 2025 στο Θέατρο Arroyo, όπου θα παίζεται κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21.15.

Λίγα λόγια για το έργο:
Λίγο μετά τον Μεσαίωνα, μέσα στη δίνη των Θρησκευτικών Πολέμων της Γαλλίας, ο τρομερός κόμης ντ’ Ερουβίλ παντρεύεται την Ιωάννα. Επτά μήνες μετά τον γάμο τους, με τη βοήθεια του γιατρού Μποβουλουάρ, θα γεννηθεί ο Ετιέν. Ο κόμης αμφισβητώντας την τιμιότητα της γυναίκας του και με βαθιά απέχθεια για το αδύναμο βρέφος, καταριέται το παιδί του, διατάζοντας την Ιωάννα να το μεγαλώσει μακριά από εκείνον, στον περίβολο του πύργου του. Ο πρόωρος θάνατος της γυναίκας του, αλλά και του δεύτερου γιου του, θα τον αναγκάσει να στραφεί στον Ετιέν ως τελευταία ελπίδα να διαιωνιστεί το όνομα του οίκου του. Η μοίρα όμως έχει τα δικά της σχέδια για την πορεία αυτής της σκοτεινής ιστορίας.

Μια αριστουργηματική νουβέλα του σπουδαίου Γάλλου συγγραφέα ζωντανεύει επί σκηνής στηλιτεύοντας τις βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις των ανθρώπων, τον οικογενειακό επεκτατισμό και την πατριαρχία. Ο συγγραφέας μεμαεστρία σχολιάζει τα πρότυπα των μεγάλων οίκων, τη διαφθορά και την έπαρση της εξουσίας, τη χειραγώγηση των παιδιών της οικογένειας και τη σκληρή υποταγή στον βωμότης φεουδαρχίας, μέσα από μια συγκινητική ιστορία, «ένα μικρό μελαγχολικό ποίημα, όπου τίποτα δεν θα μπορούσε να ειπωθεί με άλλον τρόπο», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το έργο του αυτό.

*Το κείμενο της παράστασης θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις Εκδόσεις Κέδρος.

Συντελεστές:
Θεατρική διασκευή, Απόδοση, Σκηνοθεσία: Λάζαρος Βαρτάνης – Στέφανος Παπατρέχας
Επιμέλεια σκηνικού χώρου, Σχεδιασμός φωτισμών: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Κοστούμια, Χειροποίητη επεξεργασία φωτογραφιών: Έλλη Εμπεδοκλή
Πρωτότυπη μουσική: Σίσσυ Βλαχογιάννη
Επιμέλεια κίνησης: Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ)
Μουσική διδασκαλία: Πηνελόπη Σκαλκώτου
Φωτογραφίες – Trailer – Γραφιστικά: Λιλή Νταλανίκα
Βοηθός σκηνοθετών: Βασίλειος Παπαχατζής
Κατασκευή σκηνικών: Λάζαρος Βαρτάνης
Κατασκευή κοστουμιών: Πέρσα Ντόβα
Ειδικές κατασκευές: Στέφανος Παπατρέχας
Επικοινωνία παράστασης: Μαριάννα Παπάκη – Νώντας Δουζίνας
Παραγωγή: ONORIO ΑΜΚΕ

Ερμηνεύουν:
Λάζαρος Βαρτάνης
Βασιλική Γεωργικοπούλου
Θωμάς Θάνος
Ιωάννα Παπακωνσταντίνου
Στέφανος Παπατρέχας

Info:
Τοποθεσία: Θέατρο Arroyo, Μεγάλου Αλεξάνδρου 128, Αθήνα (Μετρό Κεραμεικός)
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:15. Mέχρι τις 13 Ιανουαρίου 2026
Διάρκεια: 90’ (Χωρίς διάλειμμα)
Τηλέφωνο κρατήσεων: 6981135820
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 210 3469575
Τιμές εισιτηρίων: €16 (κανονικό), €12 (φοιτητικό/ομαδικές κρατήσεις άνω των 10 ατόμων), €9 (ανέργων/ΑμεΑ)
*Mέχρι το τέλος των παραστάσεων (13/1) ισχύει εορταστική προσφορά 10 ευρώ!
Προπώληση: more.com
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/to-katarameno-paidi/